κοροϊδεύω


κοροϊδεύω
[короидэво] р. насмехаться, издеваться,

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "κοροϊδεύω" в других словарях:

  • κοροϊδεύω — κοροϊδεύω, κορόιδεψα βλ. πίν. 17 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • κοροϊδεύω — [κορόιδο] 1. εμπαίζω, περιπαίζω, χλευάζω, περιγελώ («όλοι τόν κοροϊδεύουν για τα καμώματά του») 2. εξαπατώ, ξεγελώ («τόν κορόιδεψε στο ζύγι») …   Dictionary of Greek

  • κοροϊδεύω — κορόιδεψα, κοροϊδεύτηκα, κοροϊδεμένος 1. εμπαίζω, χλευάζω. 2. εξαπατώ …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • κογιονάρω — κοροϊδεύω. [ΕΤΥΜΟΛ. < βεν. cogionar] …   Dictionary of Greek

  • επισκώπτω — ἐπισκώπτω (Α) 1. κοροϊδεύω, περιγελώ 2. παίζω, κάνω αστεία («χώρει... εἰς τοὺς εὐανθεῑς κόλπους... κἀπισκώπτων καὶ παίζων», Αριστοφ.). [ΕΤΥΜΟΛ. < επί + σκώπτω «εμπαίζω, κοροϊδεύω»] …   Dictionary of Greek

  • κηκάζω — (Α) κακολογώ, βρίζω, ονειδίζω («κηκάζει λοιδορεῑ, χλευάζει», Ησύχ.). [ΕΤΥΜΟΛ. Ανάγεται πιθ. σε ΙΕ ρίζα *kāk «περιγελώ, κοροϊδεύω» που είναι προϊόν ηχομιμήσεων (πρβλ. κήξ, καχάζω) και συνδέεται με αρχ. άνω γερμ. huohōn «κοροϊδεύω», huoh… …   Dictionary of Greek

  • κορόιδεμα — το [κοροϊδεύω] η ενέργεια και το αποτέλεσμα τού κοροϊδεύω, η κοροϊδία …   Dictionary of Greek

  • παίρνω — (Μ παίρνω) 1. μτφ. λαμβάνω μαζί μου (α. «τόν πήρα και πήγαμε βόλτα» β. «καὶ παίρνοντας τοὺς νέους του ἦλθεν εἰς Ρωμανίαν», Διγεν. Ακρ.) 2. συνεπαίρνω (α. «η ομορφιά της τού πήρε το μυαλό» β. «ἐπήρε καὶ τὸν λογισμόν καὶ αὐτὴν τὴν αἴσθησίν της»,… …   Dictionary of Greek

  • ακορόιδευτος — η, ο [κοροϊδεύω] εκείνος τον οποίο δεν έχουν περιγελάσει οι άλλοι ή δεν μπορούν να τόν περιγελάσουν …   Dictionary of Greek

  • αναγυρίζω — (Μ ἀναγυρίζω) Ι. (αμτβ.) 1. περιφέρομαι εδώ κι εκεί, τριγυρίζω 2. επιστρέφω, επανέρχομαι 3. παρεκκλίνω από την πορεία μου, αλλάζω διεύθυνση, λοξοδρομώ ΙΙ. (μτβ.) 1. αναστρέφω, αντιστρέφω, γυρίζω 2. ανακατώνω, ανασκαλεύω 3. μεταστρέφω τα λεγόμενα …   Dictionary of Greek